Δύναμη της συνήθειας: συμπεριφορά που έχει γίνει αυτόματη μέσω της μακροχρόνιας πρακτικής ή της συχνής επανάληψης.
Λένε πως η συνήθεια είναι κακός σύμβουλος. Βέβαια μετά ποτέ δεν σου λένε τι ή ποιος είναι καλός σύμβουλος.
Είμαι θάλασσα... Θάλασσα που ταξιδεύει.., σκάει στα βράχια.., γίνεται σύννεφο.., ξαναγεννιέται. Γαλήνια.., φουρτουνιασμένη.., παιχνιδιάρικη... Κάνω βουτιά στα δικά μου νερά.., ενώνομαι με πελάγη.., υποδέχομαι πεισματάρικα ποτάμια.., συνομιλώ με τον ουρανό.., κοιτώ μέσα μου και ονειρεύομαι...
Δύναμη της συνήθειας: συμπεριφορά που έχει γίνει αυτόματη μέσω της μακροχρόνιας πρακτικής ή της συχνής επανάληψης.
Σε άφησαν χωρίς πανοπλία
They say, there is no bad that for good does not come. And I wonder, is there any good that for bad does not come? Is there any freedom that would not fit a cage? Cause words are cages. Nations are cages. Memories can be cages. Religions are often cages. Promises become cages. A mother's hug could be a cage. Ideas some times become cages. And choices... Choices are the trickiest optional cage.
...θέλω να φτάσεις μέχρι το πάτωμα,
Κι ενώ τα χελιδόνια αφήνουν σιγά σιγά τις φωλιές τους και ετοιμάζονται για το μακρινό τους ταξίδι σε θερμότερες χώρες, για να έρθουν του χρόνου πάλι εδώ, να βάλουν λάσπη και κλαδάκια στα σημεία που κατέστρεψε ο άνεμος και η βροχή και να ανακοινώσουν στην φύση πως έφτασε η Άνοιξη κι ήρθε ο καιρός να ξεπροβάλλουν ξανά οι παπαρούνες και οι μαργαρίτες του "μ'αγαπά, δεν μ'αγαπά, μ'αγαπά!", να μπει κι ο Μάης με τα κλώστινα βραχολάκια στους καρπούς μας για να είναι φιλικός ο ήλιος και να μην μας κάψει ούτε αυτό το καλοκαίρι, τα παρακολουθώ να ξεμακραίνουν με την άσπρη τους κοιλιά να τους δίνει πιότερη κομψότητα και χάρη και κατεβάζω με την σειρά μου τις φωτογραφίες από τους τοίχους, ψάχνω όμορφα κουτιά με πεταλούδες και πολύχρωμα λουλούδια να στολίζουν τις στιγμές που θα κουβαλήσω μαζί μου, αποδημώ, παίρνω αντίθετη κατεύθυνση από τα χελιδόνια, δεν μ'αρέσει να ακολουθώ κανέναν, πηγαίνω βόρεια κι αναλογίζομαι την μια ώρα διαφοράς που θα μας χωρίζει, πως δεν είναι μεγάλη, πως ούτε η απόσταση ένιωσα ποτέ να με αγγίζει κι όμως είναι κάποιες μικρές στιγμές που σκέφτομαι τα όσα θα αφήσω πίσω, τα ανθρώπινα, τα υλικά, τους ήλιους και τις θάλασσες που μου έκαναν παρέα, γιατί το ξέρω, με γνωρίζω καλά, εδώ ποτέ δεν θα γυρίσω κι ας είναι το ποτέ πολύ βαρύ κι απέραντο σαν λέξη, σαν το για πάντα που είχα πει και με τα χρόνια το έσβηναν από την αδύναμη ψυχή μου, μα δεν έχω θλίψη, δεν έχω αμφιβολίες, μόνο που θέλω το τελευταίο φιλί να είναι τρυφερό. Ένα χαμόγελο μικρή μου πόλη :)
Πόσες φορές αναρωτήθηκα για την ψυχρότητα του internet. Για τις διαδικτυακές σχέσεις και την επιφανεικότητά τους ή μη. Κι όμως, έρχονται στιγμές που βλέπεις όλη την αλήθεια. Γιατί εδώ μέσα κάποιοι κάθε μέρα καταθέτουμε κομμάτια από την ψυχή μας. Γιατί κάποιοι με σκέψεις, παραβολές, μουσικές και εικόνες μοιράζονται μαζί μας τα βαθύτερα μυστικά τους. Κι έτσι όταν κάποιος "φεύγει", νιώθεις πως έχασες έναν φίλο. Κι έχεις την ανάγκη να φωνάξεις:
Εθίστηκα κι εγώ!

Θαυμάζω όλους τους μεγάλους φιλοσόφους. Ιδίως όσους η καταβολή τους τους επέτρεπε να μην ασκούν κανένα επάγγελμα. Θαυμάζω την αυτοπειθαρχία τους, την μεθοδικότητα και την επιμονή τους. Την επιμονή τους να διαβάζουν, να σκέφτονται, να γράφουν, να φιλοσοφούν. Την αφοσίωσή τους σε αυτό που αγαπούν μέσα στην απόλυτη ελευθερία του χρόνου και των υποχρεώσεων. Θαυμάζω την δύναμή τους να μη χαθούν μέσα σε όλες αυτές τις θεωρίες ή την μαγκιά τους να περάσουν αυτές ως αλήθεια στην σκέψη τόσων ανθρώπων.
Σε τόσες και άλλες τόσες γλώσσες μου το έχουν πει. Για τις λεπτομέρειες στις οποίες κολλάει συχνά ο εγκέφαλός μου. Και κάθε φορά χαμογελάω :) Τι πιο όμορφο από τις μικρές παραξενιές που καθένας μας έχει..; Από τις απαλές αποχρώσεις που κάνουν κλικ μέσα μας..;

Κάποτε, αποκοιμιόμουν ενώ άκουγα από το τηλέφωνο αυτή την μελωδία. Τρεμάμενα γρατζουνίσματα, να χαράζονται αργά στην σκέψη μου.
Θα μπορούσε άλλη ταινία να με επισκεφτεί τέτοια ώρα..; Να βυθιστεί στις αισθήσεις μου..; Να μου μιλήσει αυτή την μέρα του ήλιου και της βροχής..;


Έγραψε ο Μορφέας...
Και πόνεσα πάλι που γεννήθηκα άνθρωπος
Πόνεσα που φέρω απ' αρχής πάνω μου το μαύρο Στίγμα
Όλα τα πουλάω στο όνομα της Ανάπτυξης
Όλα τα σβήνω από την Μνήμη των Ενοχών μου
Γιατί φοβάμαι το Ακατανόητο
Γιατί μισώ ό,τι δεν χωράει στην Αισθητική μου
Είμαι ο Εκλεκτός
Παντοδύναμος Καταστροφέας της Πλάσης μου
Δημιουργός Ανελέητος του Χάους
Είμαι ένας Κούκος
Θύτης ενάντια Ανυπεράσπιστων Νεοσσών
Κηδεμόνας Φρούτων από άλλον Ωριμασμένα
Αυτοκτονώ σιγά σιγά όσο γερνάω
Στερώ το Οξυγόνο από τον μικρό μου Εγκέφαλο
Πώς να αντισταθώ στον Χείμαρρο που τα πάντα παρασέρνει
Πώς να ριζώσω στις Αξίες και τα Πιστεύω μου
Ελπίζω, Πιστεύω, πως πάντα κάποιος θα Υπάρχει...

Σε μια Αθήνα από αναμνήσεις...
...σε πόλεις που δεν σε είχα γευτεί...
Καθρέφτης με σβησμένα σημάδια...
Αφήνω πίσω τον εαυτό μου...
...γεμίζω τα κενά μου με σιωπή...
Nostalgia por caricias perdidas...
A smile for the moments to be lived...
Γλύστρησα κάτω από το παντζούρι έξω στο μπαλκόνι. Ξυπόλητη, να μαυρίζουν οι πατούσες στο μάρμαρο. Το μαλλί πιασμένο ψηλά, οι αγκώνες να ακουμπάνε στα κάγκελα. Μια υποψία φεγγαριού πίσω από τις πολυκατοικίες, σαν κεράκια νερού σε ρομαντικό δείπνο. Συνοδία στον άγνωστο μουσικό που διέκοψε τις σκέψεις μου. Τον παρακολουθούσα. Έναν όροφο πιο ψηλά, πίσω από τις μισοτραβηγμένες κουρτίνες. Να στρίβει τσιγάρο, να γρατζουνάει την κιθάρα του, να προσπαθώ να διακρίνω τους στίχους. Μετρούσα την απόσταση. Του θέλω από την πραγματικότητα. Οι λέξεις μου μετατρέπονταν σε σιωπή. Τον είδα απεγνωσμένα να πληκτρολογεί ένα νούμερο. Κάποιες στιγμές είναι πολύ προσωπικές. Γλύστρησα πάλι μέσα και τράβηξα την κουρτίνα.
Κρίμα η ωριμότητα να μην είναι κινηματογραφική.
Διαβάζω στίχους του Angel González και ταυτίζομαι. Είναι που μας άφησε αυτό το Σάββατο και τον ξαναθυμήθηκα. Είναι και που δεν μου βγαίνει η ρημάδα η εργασία για την αρχιτεκτονική των Βισιγότθων. Με αγγίζει λίγο πιο πολύ γιατί δεν φοβήθηκε να υψώσει το ανάστημά του, γιατί ανήκει στην ατρόμητη γενιά του '50. Κι όλο επαναστατώ μέσα μου τώρα τελευταία. Τα γκρεμίζω και τα ξαναχτίζω όλα από την αρχή. Μέχρι να βρω το συνολάκι που καλύτερα μου κάθεται.
Παραθέτω τους στίχους λοιπόν. Γιατί δεν θα ησυχάσουν τα δάχτυλά μου αν δεν γράψουν ούτε σήμερα κάτι. Γιατί πρέπει να δικαιολογήσω την απουσία μου. Γιατί τόσες μέρες στριφογυρίζουν λέξεις στο κεφάλι μου που αρνούμαι να εκφράσω. Γιατί επαναστατώ, μα δεν ξέρω πώς να αντισταθώ και να βγω από τον λαβύρινθο που μόνη μου με έβαλα.
Προειδοποιώ: γράφω μόνο τα μέρη που μου αρέσουν. Και η μετάφραση δική σας.
-el otoño se acerca-
se diría que aquí no pasa nada,
pero un silencio súbito ilumina el prodigio:
ha pasado
un ángel
que se llamaba luz, o fuego, o vida,
y lo perdimos para siempre.
-nada es lo mismo-
la lágrima fue dicha
...
no es bueno repetir lo que está dicho
...
nada es lo mismo.
Habrá palabras nuevas para la nueva historia
y es preciso encontrarlas antes de que sea tarde.
-inventario de lugares propicios al amor-
queda quizá el recurso de andar solo,
de vaciar el alma de ternura.
Είναι που μου άφησε μια γεύση γλυκειά,
γεμάτη αγάπη.
... να μένεις σε ένα νησί.
Να είναι μικρό, για να χωράει στην είσοδο του λιμανιού της μεγάλης πόλης. Να είναι μεγάλο, για να έχει το δίκο του σχολείο και εφημερίδα.
Una rosa clavada en mi pared,
castigando borrascosos pensamientos.
El corazón sangrando abundante amarillo;
lágrimas encarceladas en ojos de cristal,
por fingirse serenidad en pleno tormenta.
Cambio mi habla para esconderme;
para ocultar el llanto de mi alma.
N i e g o florecer en esta tierra de mentiras
que mis uñas cultivaron desde hace tiempo.
N i e g o decirte del desierto de mis sueños,
por esperar merecerte otra vez.
Δεν είναι μαθημένο το μυαλό μου στις τελικές προθεσμίες. Δεν είναι φτιαγμένο για να του θέτουν όρια. Θέλει άπλα η ψυχή μου. Άπλα η σκέψη μου. Να τρέχει και να σταματάει παιχνιδιάρικα όπως σε λειβάδια μικρό παιδί. Να τρελένεται το μοτεράκι της όρασής μου από τα χρώματα, από τις γεύσεις. Η κούρασή μου χρειάζεται δροσοσταλίδες από αγαπημένο ανάγνωσμα. Βουτιά σε κρυστάλινα νερά μετά από σάουνα κάθε πολύχρωμο ωράριο. Σαν παπαρούνα που άγαρμπα την έκοψαν χάνω την λάμψημου όταν μηχανικά φωτοτυπώ κινήσεις. Γκριζάρει το δέρμα μου όταν το ξυπνητήρι διακόπτει την δημιουργία μου.
επαναστατώ για το οξυγόνο μου!
Ήρθε και πλημμύρισε τον αμφιβληστροειδή μου. Κοντοστάθηκε στο ακρόχειλο του βλέφαρού μου. Δίστασε. Για μια στιγμή. Κι έκαψε στο πέρασμά του σκέψεις, όνειρα και πόνο.
Κι αν έλεγα μια νύχτα να σκορπιστώ? Να γίνω αστερόσκονη, τόσο δα μικρούλα. Να πυγολαμπίσω στην σκέψη σου. Μια λάμψη γλυκειά, ζεστή σαν το φιλί σου. Χωρίς "θέλω", χωρίς "γιατί". Δεκαδικές απαιτήσεις, σιωπηλές. Ακροπατήματα σαν χάδι. Αέρινη μουσική και μηδέν ιστορία.
Κάθομαι στο τραίνο κι η πλάτη μου στον οδηγό. Κοιτώ ανάποδα για να ξεπλέξω τον μίτο. Θωρρώ τοπία να αλαργεύουνε. Ζαρώνω την μύτη μου κι επαναφέρω την εστίαση που θόλωσε. Στυλώνω το βλέμμα μου σε εκτάσεις που μένουν πίσω. Για να δω το δάσος πέρα από το δέντρο.Για να μην πω ύστερα πως δεν κατάλαβα. Για να νιώσω την ελαστικότητα που μας συνδέει. Κι αν κάνω λάθος να κατεβώ στην επόμενη στάση. Να ψάξω τα ψίχουλα που οδηγούν στην αυλή του σπιτιού μου.
Η ζωή μου σε δυο φύλλα χαρτί. Αντιφατικά. Αλλόγλωσσα. Τα δυο γλυκά, αληθινά. Μα γεμάτα ψέματα. Πράσινο, μπλε και στη μέση χρώμα απροσδιόριστο. Χαμαιλέων που προσαρμόζεται σε στιγμές. Στην στιγμή που περνάει και χάνεται. Που αν δεν ρουφήξεις κάθε νότα της δεν ζεις. Γεμίζω σειρές, παραγράφους. Τις οριοθετώ. Τις κυκλώνω με κόκκινο, πορτοκαλί. Και τις τοποθετώ ακατάστατα μέσα μου.
κάθε τώρα είναι ένα χθες από εγώ λεπτεπίλεπτα σμιλεμένο. είναι το φως του τόσο εκθαμπωτικό που κλείνεις τα μάτια από πόνο
Χάθηκα σε μια πόλη γεμάτη με χρυσά ποτάμια. Το φεγγάρι με υποδέχτηκε σαν ζουμερή φέτα πορτοκαλιού. Βυθιζόταν αργά σε ολοκόκκινο Campari. Μέθυσα μόνο με το βλέμμα του. Άνοιξη, καλοκαίρι, φθινοπωρινός περίπατος και ζεστή αγκαλιά μπροστά σε τζάκι χάιδεψαν το μέσα μου. Έφυγα από το εδώ μου για να βρω πού βρίσκομαι. Αγόρασα λέξεις, προσπαθώντας να ξετρυπώσω την μία. Την γνωρίζω, κρύβεται βαθιά μέσα μου, μα ποτέ δεν μου φανερώθηκε. Έκλεψα μουσικές και σου τις χάρισα. Έτσι ταξίδεψα για χάρη σου. Ανακάλυψα σύμβολα που σιγόκαιγαν στο αίμα μου. Μέσα στον καπνό από φωτοβολίδες με διέκρινα. Είδα την φωτιά μου και την ένιωσα. Οι ερωτήσεις θεριό ανήμερο. Φουσκωμένο ποτάμι που θύμωσε με την άγνοια. Μια άγνοια που από καιρό την έθαψα. Μα το να γνωρίζεις είναι πιο τρομακτικό.
Χάθηκα σε μια πόλη άγνωστη. Και όλα ήταν γνώριμα. Τίποτα δεν άλλαξε. Μονάχα εγώ.
Η βροχή πάντα έρχεται όταν είσαι στη θάλασσα και κρυφογελάς στον ήλιο. Όχι λυτρωτική. Όξινη. Λυσσαλέα. Να κάψει μέχρι τα τρίσβαθα.
Ποτέ δεν μετάνιωσα για όσα ρίσκαρα. Ακόμα και όταν τα έχασα όλα.
Θέλω να είναι καλοκαίρι, ενώ γύρω μας χειμώνας. Να ξαπλώσω σε νούφαρα. Οι παλάμες μου γροθιές, όπως μωρό παιδί. Παλ ηρεμία και σιγή. Να καθήσεις δίπλα μου. Το κορμί γυρμένο στον αγκώνα σου. Να κοιμάμαι και να με κοιτάς. Να ακούς την ανάσα μου. Δίχως όνειρα. Να νιώθω την σκέψη σου. Σαν ζεστή αγκαλιά.
Σε κόβω τρυφερά
Μου χαμογελάς
Δακρύζω το αίμα σου
Σε κρεμάω στον τοίχο μου και γλυστράς
...το μυαλό μου αεικίνητο. το κορμί σταθερό και η ψυχή ταξιδεύει.
entre frío y calor, tristeza y apaisement
μουσική θλιβερή ισούται με χαλάρωση. σαν δροσερό mojito σε ιπτάμενη αιώρα.
και πετάμε με αερόστατο. ψηλά. πιο ψηλά!
Αριστερά... Δεξιά... Check ok ;)
Παπούτσια... off
Κοντομάνικο... off
Φούστα... off
1... 2... 3... Μπλουμ!!
Το κεφάλι μέσα στο νερό. Μάτια ανοιχτά. Η καρδιά χτυπάει γρήγορα.
Εμπρός καλά μου μπράτσα!!
Stop.
Χέρια ανοιχτά. Διώχνω όλο τον αέρα από τους πνεύμονες.
Μπουρμπουλήθρες σκιαγραφούν την κάθοδο. Φιλάω τα βότσαλα.
10... 9... 8... 7... Αναδύομαι!
Γρήγορα. Πιο γρήγορα! Αέρας στο πρόσωπο.
Παντού γαλάζιο. Μυρωδιά ελευθερίας.
Αφέσου! Νιώσε το χαμόγελο.
Η καρδια χτυπάει γρήγορα!
Χώμα και βότσαλα. Μικρός δισταγμός... Πεντάλ!
Γέφυρα... 1η και... uf! Έφτασα :)
Κατέβασμα?? Γωνια 50°. Είμαι λίγο empollón μήπως?
Πίσω φρένο... Ελαφρό ανασήκωμα... και... :)))