Σήμερα δεν υπάρχουν τείχη όπως τότε. Δεν υπάρχουν τείχη από πέτρες και τούβλα γεμάτα συνθήματα σκαμμένα από διψασμένα χέρια για αέρα ελευθερίας. Δεν υπάρχουν τείχη που να γκρεμίζονται με καλέμι και λοστό. Γιατί σήμερα τα τείχη δεν είναι απτά. Συχνά δεν είναι ούτε καν ορατά. Συνήθως τα βλέπουν μόνο λίγοι. Και είναι τόσο λίγοι που δεν γίνονται πιστευτοί. Που δεν ακούγεται η φωνή τους και δεν υπάρχει χώρος στις ειδήσεις για αυτούς.
Ο Παντελής Βούλγαρης φώναξε “Ψυχή βαθιά”. Δοκιμασμένη συνταγή δύο αδελφών που βρίσκονται σε αντίθετα στρατόπεδα. Το είδαμε ξανά στο ¨The wind that blows the burley¨, στους Βόρειους και Νότιους και σε τόσα άλλα που μου διαφεύγουν. Γιατί η Ιστορία επαναλαμβάνεται. Γιατί πονάει να αλληλοσκοτώνονται δύο άνθρωποι μόνο όταν είναι αδέλφια εξ αίματος, μόνο όταν ανήκουν στο ίδιο έθνος ή όταν συνήθιζαν να είναι κολλητοί φίλοι.
Εν τω μεταξύ, οι Αλβανοί παραμένουν “Αλβανοί”, οι μετανάστες έχουν το δικαίωμα να κρίνουν τα κακώς κείμενα μονάχα “πίσω στην χώρα τους!” και τα παιδιά τους δεν έχουν δικαίωμα σε καμιά πατρίδα. Γιατί αυτά δεν είναι τείχη αφού κανείς δεν τα αναγνωρίζει ως τέτοια. Γιατί όλοι αυτοί δεν είναι αδέλφια μας, δεν πιστεύουν στον θεό μας και κατά το γνωστό ρητό “πας μη Έλλην, βάρβαρος”, εκτός αν πρόκειται για τους φίλους μας τους Αμερικάνους, τους Γάλλους, τους Γερμανούς, κ.ο.κ.
Μικρά και μεγάλα τείχη. Τοπικιστικά, παγκόσμια. Συρμάτινα, λεκτικά. Δια-χωριστικά. Κι εσύ με ρωτάς γιατί πνίγομαι.